ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Η Κεφαλονιά κατοικήθηκε στην 10η χιλιετία π.Χ. Ήταν χωρισμένη σε τέσσαρες  αυτόνομες δημοκρατίες, την Κεφαλληνιακή Τετράπολη (Σάμη, Κράνη, Πάλλη και Πρόννοι). Οι Πρόννοι καταλάμβαναν το νότιο-ανατολικό τμήμα του νησιού. Σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Πολύβιο, ο Πόρος πρέπει να ήταν λιμάνι της  δυσπόρθητης πόλης των Πρόννων που βρίσκονταν στον λόφο πάνω από το  σημερινό χωριό Πάστρα.

  Οι ακροπόλεις των Πρόννων έδιναν την εντύπωση, ότι ο  Πόρος υπήρχε από την κλασσική περίοδο. Όμως η πρόσφατη ανακάλυψη και  έρευνα ενός μεγάλου θολωτού τάφου της Μυκηναϊκής περιόδου, που βρέθηκε στην  θέση Μπρούτζι των Τζανάτων, δείχνει πως η περιοχή είχε κατοίκους πολύ  παλιότερα από τα προϊστορικά χρόνια. Ο τάφος είναι ο μεγαλύτερος και ο καλύτερα διατηρημένος από όσους έχουν βρεθεί στο νησί. Έχει διάμετρο 6,80μ. και είναι  κτισμένος σε βραχώδες πλάτωμα λόφου. Μέσα στον τάφο βρέθηκαν πολλές ταφές  που χρονολογούνται από το 1.400 μέχρι το 1.000 π.Χ. Ο τάφος αυτός σηματοδοτεί  την ύπαρξη ενός ισχυρού Μυκηναϊκού κέντρου, πιθανόν της Ομηρικής Ιθάκης. Ο Πόρος ακολουθώντας την ιστορία του νησιού, γνώρισε πολλούς κατακτητές: Ρωμαίους, Φράγκους, Ενετούς, Ιταλούς, Γάλλους, Ρώσσους, Τούρκους και τέλος ʼγγλους, ως το 1864 που η Κεφαλονιά ενώθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα. Μάλιστα το 1821 ονομάστηκε Νέα Μάλτα, όταν κατοικήθηκε από Μαλτέζους, που έφερε ο τότε διοικητής  ʼγγλος του νησιού Νάπιερ, φοβούμενος την ερήμωση της περιοχής. Ο πρότυπος γεωργικός οικισμός, που θα δημιουργούσε, δεν λειτούργησε ποτέ. 

  Πρόσφατη ανακάλυψη και αρχαιολογικές ανασκαφές πραγματοποιούνται στο Σπήλαιο   <Δράκαινα> στον Πόρο από κλιμάκιο της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας - Σπηλαιολογίας. Το σπήλαιο διασώζει πλούσια πολιτιστικά στοιχεία. Από τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα και έως τις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα είχε χρησιμοποιηθεί ως ιερό το οποίο όπως αποδεικνύεται από επιγραφική μαρτυρία, ήταν αφιερωμένο στις Νύμφες. Στα ευρήματα της χρήσης του σπηλαίου κατά τους ιστορικούς χρόνους περιλαμβάνονται κατάλοιπα θυσιαστηρίων γευμάτων, πλήθος αγγείων ποτού και φαγητού, ειδώλια και ανάγλυφα πλακίδια. Η παλαιότερη χρήση του σπηλαίου ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Ανασκαφικά ευρήματα και ραδιοχρονολογήσεις πιστοποιούν ανθρώπινη εγκατάσταση από το 5.700 π.Χ. έως το 2.300 π.Χ.  Στις επιχώσεις αυτής της περιόδου αποκαλύπτονται επάλληλες στρώσεις δαπέδων, υπολείμματα από εστίες τροφοπαρασκευής, θέρμανσης και φωτισμού, διατροφικά κατάλοιπα, πολυάριθμα θραύσματα αγγείων, πολλά εργαλεία (π.χ. λεπίδες και αιχμές βελών) και αρκετά είδη προσωπικού καλλωπισμού, όπως χάντρες από πέτρα και όστρεο καθώς και τμήματα βραχιολιών από ένα όστρεο που ήταν αλιεύσιμο στο Β. Αιγαίο.

HOME